Ομολογίες γερόντων

Όταν ήμασταν νέοι, σχεδόν παιδιά, μας ενοχλούσε να ακούμε τους ηλικιωμένους — ήδη από τα σαράντα τους τούς θεωρούσαμε «γέρους» — να μας λένε συνέχεια πόσο καλύτερα τα κατάφερναν στην ηλικία μας, σε δύσκολες συνθήκες, χωρίς τις ευκολίες και τις ανέσεις που είχαμε εμείς τότε. Κι ενώ αρκούσε αυτή η «μουρμούρα», υπήρχαν επιπλέον και οι «Σμυρνιές» κι άλλοι πρόσφυγες από τις χαμένες πατρίδες, που μας ζάλιζαν με τα πλούτη και τα μεγαλεία που είχαν και έχασαν…

Αργότερα, όταν ήμασταν σε παραγωγική ηλικία και δουλεύαμε «σκληρά», αγανακτούσαμε με τους αργοκίνητους γέρους που συναντούσαμε τις ώρες αιχμής, καθώς μας καθυστερούσαν στον δρόμο για την ηρεμία, το φαγητό και τη θαλπωρή του σπιτιού μας. Το ίδιο συνέβαινε και στις διακοπές: τους βλέπαμε παντού, συχνά στις καλύτερες θέσεις, ενώ δεν έλειπαν οι διαφωνίες, τα παράπονα και οι εντολές… Τότε αδυνατούσαμε να κατανοήσουμε γιατί αυτοί οι άνθρωποι συνέχιζαν να ζουν ενεργά και γιατί δεν έβαζαν όρια στον εαυτό τους — ή γιατί δεν τους περιόριζε κάποιος άλλος.

Σήμερα, που είμαστε κι εμείς πια γέροι, βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά. Τώρα μας «φταίνε» οι νέοι, που τα βρήκαν όλα έτοιμα, δεν κουράζονται, δεν προσπαθούν, είναι μαλθακοί και κακομαθημένοι, και τα περιμένουν όλα από εμάς. Θεωρούμε πως νομίζουν ότι ο κόσμος τούς ανήκει δικαιωματικά, και, για ό,τι πάει στραβά, μας κατηγορούν ότι εμείς «τα φάγαμε όλα», αφήνοντάς τους μόνο αποφάγια.

Τι να πω; Να το πω «θεία δίκη» ή «φυσιολογική ροή των πραγμάτων»; Όπως κι αν το ονομάσουμε, είναι φανερό πως υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις γενιές μας και στις γενιές των παιδιών και των εγγονιών μας. Το περίεργο είναι ότι όλοι έχουμε δίκιο, αλλά και άδικο.

Δίκιο, επειδή όντως έτσι αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα ως κοινοί θνητοί…

Άδικο, γιατί εμείς οι ίδιοι τροφοδοτούμε αυτό το χάσμα, ξεχνώντας πώς σκεφτόμασταν και πώς συμπεριφερόμασταν όταν ήμασταν νέοι.

Ωστόσο, με κατανόηση, λογική και καλή διάθεση, μπορούμε να εκμηδενίσουμε αυτή την απόσταση και να ζήσουμε αγαπημένοι, αρμονικά ενταγμένοι στο κοινωνικό σύνολο. Αρκεί να μένουμε προσγειωμένοι στην πραγματικότητα και να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, χωρίς να τα μεγαλοποιούμε ή να τα ωραιοποιούμε, αλλά και χωρίς να πάψουμε να τα νοσταλγούμε.

**Παράδειγμα:** «Εμείς, στα νιάτα μας, τα βγάζαμε πέρα φτωχικά, όμως με χαρά, κέφι, ευρηματικότητα και αλληλεγγύη». Τι να πρωτοθυμηθώ; Τη βρύση, το νερό στη στάμνα, το φανάρι, το ψυγείο πάγου, το τζάκι στην κουζίνα, τη γκαζιέρα, το καμινέτο, τη φουφού, τη μπουγάδα, το ζυμωτό ψωμί, το μπάνιο στη σκάφη με νερό ζεσταμένο σε κατσαρόλα και πράσινο σαπούνι. Το μπίλιασμα, το ασβέστωμα, τη συλλογική προσπάθεια να μπει η πλάκα μπετόν στο σπίτι του γείτονα προτού νυχτώσει, τη λάμπα πετρελαίου, την ηλεκτρική του Πολέμη, τη ροδοζάχαρη, το νεραντζάκι, το παμπιλόνι, τα ζουμπούλια από την Άβυσσο, τα γλυκά του Γαλανού και του Αμωράτη, το τυρί του Κατσαρού, τα λουκάνικα από το Συνετί, το κρασί του Φραγκουλοδημήτρη και του Αντώνη, τις μπλε ποδιές των κοριτσιών με τον λευκό γιακά, τα πηλίκια με την κουκουβάγια, τον πετροπόλεμο και το τσέρκι, την αμπάριζα, την τζαμόπορτα και τη μακριά γαϊδούρα, τις μπίλιες και τα γυαλένια, το ραδιόφωνο με την υγρή μπαταρία, το τρανζιστοράκι, το γραμμόφωνο, το πικάπ με τις πλάκες, το «Θέατρο στο μικρόφωνο» του Αχιλλέα Μαμάκη, τη θεία Λένα, τον Νικολάκη και τη Λίνα, τη «Χοντρή του Θησαυρού», το «Ρομάντζο», τη «Μάσκα», τον «Μικρό Ήρωα», τον Ταρζάν, τον Γκαούρ, τα «Κλασικά Εικονογραφημένα» και τον «Εραστή της λαίδης Τσάτερλι» και τα άλλα βιβλία που αγοράζαμε από τον Καραουλάνη με το χαρτζιλίκι μας. Τα τρίγωνα, τα βαρελότα και το χλωρικό, την ευωδία των φούρνων που έψηναν λαμπριάτη το Μεγάλο Σάββατο, τη Λαμπρή με τα μάσκουλα, την Πρωτοχρονιά με τις στρίνες, τους μασκαράδες με τις μουτσούνες, τους παιδικούς χορούς και τα γλέντια στη λέσχη, τα πάρτι στις ταράτσες με ημίφως, ταγκό, βερμούτ και μάγουλα κολλημένα, τα ούζα στου Ψωμά, τις πρώτες εκδηλώσεις του ομίλου, τα σκασιαρχεία και άπειρα άλλα, όλα ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη της παιδικής ευτυχίας.

Τα σημερινά παιδιά έχουν τα δικά τους: ηλεκτρονικά παιχνίδια, ταχυφαγεία, έντονους ρυθμούς και ό,τι άλλο φαίνεται παράξενο σε εμάς, μα ευχάριστο και απολαυστικό για εκείνα. Αυτά θα χαραχτούν στη δική τους μνήμη και θα αποτελέσουν τη δική τους παιδική ευτυχία, με την οποία αργότερα θα ζαλίζουν τα δικά τους παιδιά.

Η ευτυχία και η νοσταλγία είναι αυστηρά υποκειμενικές έννοιες, έξω από κανόνες και «καθοπρεπισμούς». Μπορούν να αποκτηθούν, αλλά δεν επιβάλλονται ούτε κληρονομούνται. Ο καθένας έχει τη δική του ευτυχία ή δυστυχία, τις δικές του αναμνήσεις, τη δική του νοσταλγία, που δεν βαθμολογούνται ούτε αξιολογούνται. Είναι προσωπικά δεδομένα! Άρα, είναι μάταιο να τα «περάσουμε» ή να τα επιβάλουμε στους νεότερους. Στην καλύτερη περίπτωση, θα παρεξηγηθούμε ή θα απομονωθούμε.

Αυτό δεν πρέπει να μας εξοργίζει ή να μας απογοητεύει. Με λίγη αυτογνωσία και ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας, θα καταλάβουμε πως είναι λάθος να ισχυριζόμαστε ότι «εμείς ήμασταν καλύτερα παλιά». Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι νιώθουν την παιδική ηλικία ως κάτι ξεχωριστό κι ίσως ιδανικό, που θα ήθελαν να ξαναζήσουν. Όταν όμως συγκρίνουν το τότε με το τώρα, αναγνωρίζουν ότι, παρά το άγχος, τον καταναλωτισμό και την καταστροφή του περιβάλλοντος, κανείς δεν θα ήθελε να στερηθεί το ρεύμα, την τηλεόραση, τη θέρμανση, το ζεστό νερό, το ψυγείο, τον κλιματισμό, το τηλέφωνο, τη σύγχρονη ιατρική, τη σύνταξη, τα αυτοκίνητα, τα μοντέρνα πλοία και αεροπλάνα. Άλλωστε, δεν μπορούμε να ξαναγίνουμε παιδιά για να νιώσουμε και να απολαύσουμε όπως τότε…

 

Ένα προσωπικό παράδειγμα: πάντα λαχταρούσα το δροσερό νερό της στάμνας με την ιδιαίτερη γεύση του. Βρήκα λοιπόν στην Άνδρο μια στάμνα, τη γέμισα νερό, έβαλα ένα κουκουνάρι για πώμα, όπως παλιά, και την άφησα σε μια σκιερή, δροσερή γωνιά της αυλής. Ύστερα από ώρες, έβαλα το νερό — σχεδόν τελετουργικά — σ’ ένα αλουμινένιο κύπελλο και το δοκίμασα με λαχτάρα. Μα απογοητεύτηκα: ήταν χλιαρό, ελαφρώς γλυφόπικρο, με γεύση χώματος. Το έχυσα και πήγα να πιω κρύο νερό από το ψυγείο. Αργότερα κατάλαβα πως η στάμνα δεν έφταιγε. Έφταιγαν η αυλή και ο χρόνος. Η αυλή δεν ήταν όπως παλιά, γεμάτη γλάστρες με βασιλικούς, γαρύφαλλα, ιβίσκους και γιασεμιά, ούτε ακουγόταν η μητέρα μου από την κουζίνα να λέει: «Μην το πίνεις όλο μονορούφι, είσαι ιδρωμένος…»

Παρόμοια παραδείγματα είναι άπειρα. Δεν φταίνε οι νέοι, δεν φταίνε οι γέροι, δεν φταίει κανένας. Είναι ζήτημα νομοτέλειας, κι αυτό δεν αλλάζει.

Η λύση:

– Οι νέοι απολαμβάνουν και αποθηκεύουν (εμπειρίες).

– Οι γέροι συμβιβάζονται και απολαμβάνουν.

«Ζούμε και αφήνουμε τους άλλους να ζήσουν»!

Γιώργος Δ. Καλλιβρούσης_

 

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *