,

ΤΟ ΥΨΩΜΕΝΟ ΔΑΧΤΥΛΟ

Το υψωμένο δάχτυλο:

Μια χειρονομία που διεκδικεί περισσότερη σοβαρότητα απ’ όση διαθέτει.

 

Σε μια δημόσια σφαίρα όπου η υπερένταση συχνά υποδύεται την επιχειρηματολογία, το υψωμένο δάχτυλο επιστρέφει διαρκώς στο προσκήνιο.

Με επισημότητα σχεδόν τελετουργική, χρησιμοποιείται από ανθρώπους που μοιάζουν πεισμένοι πως η αυστηρότητά τους μπορεί να υποκαταστήσει την ουσία που λείπει.

Η χειρονομία, βέβαια, δεν είναι καινούργια. Αυτό που αλλάζει είναι ο υπερβάλλων ζήλος με τον οποίο εκτελείται — σαν να επιστρατεύεται για να συμπληρώσει ό,τι δεν συμπληρώνουν τα επιχειρήματα.

Στους επαγγελματικούς χώρους, το υψωμένο δάχτυλο λειτουργεί συχνά σαν εγγύηση κύρους για όσους δεν διαθέτουν κάποια άλλη. Είναι, η ιερή αυστηρότητα της αβεβαιότητας

Οι άνθρωποι που το χρησιμοποιούν επιμένουν σε μια επιβλητικότητα που, αν την κοιτάξει κανείς λίγο πιο προσεκτικά, μοιάζει με προσπάθεια αυτοκαθησυχασμού.

Κάποιοι θα το έλεγαν “δέος της καρέκλας”. Άλλοι απλώς αγωνία να παραμείνει κανείς ορατός σε έναν χώρο που τον προσπερνά.

Σε κάθε περίπτωση, το δάχτυλο σηκώνεται με τη σοβαρότητα ανθρώπου που πιστεύει βαθιά στην αξία της στιγμής — έστω κι αν γύρω του οι άλλοι προσπαθούν να συγκρατήσουν το χαμόγελο.

Στο πολιτικό πεδίο, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο γνώριμη, ως κλασική χειρονομία της ανήσυχης αυθεντίας. Είτε πρόκειται για κοινοβουλευτικό διάλογο είτε για τηλεοπτικό πάνελ, το υψωμένο δάχτυλο παίζει ρόλο σχεδόν θεσμικό.

Ανεμίζει στο όνομα αρχών που, ενίοτε, θυμίζουν περισσότερο ευσεβείς πόθους παρά σταθερές θέσεις.

Τα κόμματα ανταλλάσσουν κατηγορίες με την άνεση παλιών γνώριμων — και το δάχτυλο αποτελεί τη μόνιμη σπονδυλική στήλη της παράστασης.

Το χρησιμοποιούν για να τονίσουν αυτονόητα, να διογκώσουν ασήμαντα, να αποσιωπήσουν ουσιώδη.

Η ειρωνεία είναι πως όσο πιο ψηλά σηκώνεται το δάχτυλο, τόσο πιο χαμηλά πέφτει η ποιότητα του διαλόγου.

Επαγγελματικά και κομματικά, ο ανταγωνισμός μοιάζει να ενισχύει τη συγκεκριμένη χειρονομία και να παράγει περισσότερο θόρυβο από αποτέλεσμα.

Όσο λιγότερο σταθερή η θέση, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη για επίπληξη. Όσο πιο αμφίβολη η επάρκεια, τόσο πιο εμφατικό το ύφος.

Είναι ένα γνωστό φαινόμενο: όταν η επιχειρηματολογία δεν επαρκεί, αναλαμβάνει το ύφος.

Και όταν το ύφος δεν επαρκεί, αναλαμβάνει — τι άλλο; — το δάχτυλο.

Με άλλα λόγια, το δάχτυλο σηκώνεται συχνότερα εκεί όπου δεν σηκώνεται το βάρος της πραγματικότητας.

Πίσω από την επιβλητικότητα της χειρονομίας υπάρχει, συχνά, μια απλή αλήθεια, που δύσκολα κρύβεται :

η ανασφάλεια. Η αγωνία να μη φανεί το κενό.

Η προσπάθεια να προβληθεί σοβαρότητα εκεί όπου θα αρκούσε η γνώση, αν υπήρχε.

Το υψωμένο δάχτυλο δεν αποκαλύπτει τόσο τα ελαττώματα του άλλου, όσο εκείνα του φορέα του.

Και καθώς οι αντιπαλότητες οξύνονται, η χειρονομία μοιάζει περισσότερο με σύμπτωμα παρά με λύση.

Στο τέλος της ημέρας — όταν κλείσουν οι πόρτες των συσκέψεων τελειώνει το θέαμα και σβήσουν τα φώτα των στούντιο — το δάχτυλο κατεβαίνει.

Και τότε μένουν τα πραγματικά μεγέθη: αυτά που μετρούνται από την αποτελεσματικότητα, από τον λόγο που αντέχει στον χρόνο, από την πράξη που δικαιώνει.

Η σοβαρότητα, άλλωστε, δεν υψώνεται. Κερδίζεται.

Και όσοι το έχουν πραγματικά καταφέρει, σπάνια χρειάστηκε να το δείξουν με το δάχτυλο.

Γιώργος Δ. Καλλιβρουσης

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *