ΤΟ ΦΛΙΤΖΑΝΑΚΙ ΤΟΥ ΛΑΣΚΑΡΗ

Επιστρέφοντας στη βάση της μόνιμης κατοικίας μου και συνεχίζοντας να πληροφορούμαι και να αφουγκράζομαι τα προβλήματα της Άνδρου, βρέθηκα μπροστά σε δίλημμα :  

Να σχολιάσω όσα ανυπόστατα, λαϊκίστικα και δημαγωγικά έγραψε σε άρθρο του κάποιος αυτοαποκαλούμενος, ειρωνικά, «ένας αναλφάβητος!!!» και να συμβάλω έτσι στη συντήρηση της σκόπιμης ανοησίας περί δήθεν στελέχωσης του ΚΥ Άνδρου ή να τους αγνοήσω και να τους αφήσω να αυτολιβανίζονται και να ασχημονούν νομίζοντας ότι μιλούν πολιτικά και προσφέρουν υπηρεσία στον τόπο; 

Προτίμησα λοιπόν το δεύτερο κι αντί να τους ξεσκεπάσω πάλι, τους άφησα στην αυτόβουλη πολιτική τους γύμνια και ασχολήθηκα με ένα κομμάτι της Ιστορίας της Άνδρου, όπως την έζησα εγώ, μαθητής του δημοτικού, μετά τη κατοχή και τον εμφύλιο: 

Εκείνη την εποχή, τα περίφημα ανδριώτικα γλυκά ορίζονταν από μία χαρακτηριστική τριανδρία ζαχαροπλαστών, «ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΛΤΑ» (τον Δημήτρη Γαλανό, γνωστό κυρίως για τις πάστες του, τον Δημήτρη Αμωράτη γνωστό κυρίως για τα γλυκά του ταψιού και τον Δημήτρη Λάσκαρη, γνωστό κυρίως για τα γλυκά κουταλιού και τα «μαντζούνια του). 

Ο Δημήτρης Λάσκαρης (παππούς του συνώνυμου σημερινού ζαχαροπλάστη Δημήτρη Λάσκαρη), ήταν ένα γλυκομίλητος, ευγενικός, συμπαθής και πολύ δραστήριος άνθρωπος, που για μας τα παιδιά ήταν ιδιαίτερα αγαπητός για τα μαντζούνια του. Πρόκειται για τα υπέροχα γλειφιτζούρια από σιρόπι γλυκών σε γεύση ροδοζάχαρης, λεμονιού, νεραντζιού και περγαμόντου, σε σχήμα χωνάκι από λαδόκολλα, που μας αποθέωναν και προκαλούσαν τον θυμό του πατέρα μας, γιατί έλεγε ότι καταστρέφουν τα δόντια και μας απαγόρευε, εις μάτην, να τα τρώμε… 

Ο κύριος Λάσκαρης, είχε όμως δίπλα στα δελεαστικά μαντζούνια του και λαχταριστούς ξηρούς καρπούς, σκληρά στραγάλια, αφράτα στραγάλια και πασατέμπο, χύμα σε μεγάλα μεταλλικά κουτιά από επίσης χύμα μπισκότα Παπαδοπούλου. Αντί για ζυγαριά, είχε ένα φλιτζανάκι του καφέ, που γέμιζε μία ή περισσότερες φορές, ανάλογα με το χαρτζιλίκι μας, 100 δραχμές (τα μπλε χαρτονομίσματα που ισοδυναμούσαν με την μία αργότερα τρυπητή δεκάρα), 500 δραχμές (εκείνα τα πράσινα χαρτονομίσματα που ισοδυναμούσαν με την αργότερα μισή δραχμή) ή το καφετί χιλιάρικο που ισοδυναμούσε με την μετέπειτα μία δραχμή.  

Τα γουρλωμένα μας μάτια παρακολουθούσαν με προσμονή, πως το φλιτζανάκι βυθίζονταν στο σωρό των ξηρών καρπών και άδειαζε με… ηδονικό θρόισμα στο αυτοσχέδιο χωνάκι από αδιάβαστη εφημερίδα. 

Όταν όμως δίπλωνε το χωνάκι και μας το έδινε παίρνοντας τα λεφτά, η προσμονή μας μετατρέπονταν σε απογοήτευση… «τόσο λίγα»; ΄όντως το περιεχόμενο δεν ανταποκρίνονταν στον οπτικό υπολογισμό που κάναμε βλέποντας το φλιτζανάκι να γεμίζει, να αδειάζει στο χωνάκι, να ξαναγεμίζει και να αδειάζει ξανά… Όταν τον ρωτούσαμε γιατί είναι τόσο λίγα, μας απαντούσε, “μου έδωσες λίγα λεφτά και σου έδωσα όσα αναλογούσαν, αν μου έδινες περισσότερα, θα έπαιρνες και πιο πολύ πασατέμπο ή στραγάλια”. Στην ουσία ντρεπόμασταν, λέγαμε ευχαριστώ και φεύγαμε, χωρίς όμως να έχουμε πειστεί. Συζητούσαμε μεταξύ μας, πως γίνεται, όλοι να βλέπουμε ότι μας βάζει μεγάλες ποσότητες και στο τέλος το χωνάκι να έχει περισσότερο χαρτί διπλωμένο σαν σκέπασμα και λιγότερο χαρτί στο περιεχόμενο; Κάποιος είπε, να ρωτήσουμε τη δασκάλα μας, που μας έλεγε για την αρχή του Αρχιμήδη και το περίφημο «εύρηκα». Όντως την άλλη μέρα ρωτήσαμε στο διάλειμμα την κυρία Μαργαρίτα (Μαργαρίτα Μήρα Γρηγόρα), πως γίνεται και η αρχή του Αρχιμήδη δεν ισχύει στα στραγάλια; «Και βέβαια ισχύει», μας είπε η δασκάλα μας και μας εξήγησε, ότι λανθασμένα νομίζαμε ότι το φλιτζανάκι είχε τον ίδιο εσωτερικό όγκο όπως άφηνε να εννοηθεί η εξωτερική του επιφάνεια. Όλοι ήξεραν, ότι ο συμπαθής ζαχαροπλάστης είχε γεμίσει το μισό φλιτζανάκι με γύψο, γνώριζε πόσα δράμια χωρούν στο υπόλοιπο μισό και ανάλογα με το αντίτιμο γέμιζε και ξαναγέμιζε, γενναιόδωρα, «τίγκα» το φλιτζανάκι και το άδειαζε στο χωνάκι μας, χωρίς να βλέπουμε τον ανεβασμένο πάτο του… «Καλά δεν ξέρετε ότι όταν αγοράζουμε ξηρούς καρπούς τους ζυγίζουμε; Να ζητάτε κι εσείς να σας τους ζυγίζει κι έτσι θα μάθετε καλύτερη αριθμητική, υπολογίζοντας τη τιμή της οκάς και τα δράμια που σας δίνει με τα χρήματα που του καταβάλετε», μας συμβούλευσε η δασκάλα μας. Του το είπαμε και μας διαβεβαίωσε ότι είναι σαν να είναι ζυγισμένα, γιατί τα έχει υπολογίσει σωστά και δεν μπορεί κάθε φορά με τις πενταροδεκάρες που του φέρνουμε να τρέχει στη ζυγαριά, έχει κι άλλες δουλειές… Με τον φόβο, μη θυμώσει και σταματήσει να μας πουλάει μαντζούνια, συμβιβαστήκαμε με το φλιτζανάκι του και το θεωρήσαμε σαν κάτι φυσιολογικό και δίκαιο…! 

Σήμερα το μαγαζί του, που διατηρεί ο εγγονός του επάξια για τρίτη γενιά, έχει μετατραπεί σε μοντέρνο και καλαίσθητο ζαχαροπλαστείο, χωρίς μαντζούνια και ξηρούς καρπούς, εφάμιλλο των άλλων, με υπεροχή στους κουραμπιέδες, που μοσχοβολάνε όταν τους ψήνει. 

Εμείς πάντως, κάθε φορά που περνάμε μέσα ή έξω από το μαγαζί, αναπολούμε νοσταλγικά τον παππού με τα υπέροχα μαντζούνια και τους λαχταριστούς, ζεστούς ξηρούς καρπούς της παιδικής ανεμελιάς κι της νεανικής μας γεύσης, χωρίς να μας ενοχλεί πια το… “πειραγμένο” φλιντζανάκι… 

Γιώργος Δ. Καλλιβρούσης 

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *